αρχικός

αρχικός
η , ό[ν]
1) начальный, первоначальный; первый;

αρχικός σκοπός — первоначальная цель;

αρχικό γράμμα — заглавная буква;

2) первичный;
3) относящийся к власти;

αρχικά ρήματα — глаголы со значением властвовать;

4):

οι αρχικοί — примитивисты (о художниках)


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "αρχικός" в других словарях:

  • ἀρχικός — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρχικός — ή, ό (AM ἀρχικός, ή, όν) νεοελλ. αυτός που βρίσκεται στην αρχή, ο πρώτος αρχ. 1. ο ηγεμονικός, αυτός που ανήκει στον άρχοντα 2. ο κατάλληλος για να κυβερνά 3. ο φίλαρχος, ο αρχομανής 4. ο ανώτατος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχή ή < αρχός] …   Dictionary of Greek

  • αρχικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που είναι ικανός ή θέλει να εξουσιάζει, να άρχει, ο δεσποτικός: Ήταν τύπος αρχικός. 2. αυτός που βρίσκεται (χρονικά ή τοπικά) στην αρχή: Αρχικό γράμμα μιας λέξης είναι αυτό με το οποίο αυτή αρχίζει. – Αρχική έκδοση ενός… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀρχικά — ἀρχικός of neut nom/voc/acc pl ἀρχικά̱ , ἀρχικός of fem nom/voc/acc dual ἀρχικά̱ , ἀρχικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχικώτερον — ἀρχικός of adverbial comp ἀρχικός of masc acc comp sg ἀρχικός of neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχικωτάτων — ἀρχικός of fem gen superl pl ἀρχικός of masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχικωτέραις — ἀρχικός of fem dat comp pl ἀρχικωτέρᾱͅς , ἀρχικός of fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχικωτέρων — ἀρχικός of fem gen comp pl ἀρχικός of masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχικῶν — ἀρχικός of fem gen pl ἀρχικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχικόν — ἀρχικός of masc acc sg ἀρχικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχικώτατα — ἀρχικός of adverbial superl ἀρχικός of neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»